Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φίλοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φίλοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Αυγούστου 2009

ΝΙΚΟΥ ΠΕΡΕΛΗ ΚΑΙ ΦΑΙΔΩΝΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ

.

Στην φωτογραφία: όρθιος ο Νίκος Περέλης και καθιστός ο Φαίδων Θεοφίλου


ΦΑΙΔΩΝ: Νιώθω μεγάλη χαρά που θα κουβεντιάσουμε για σένα και το θέατρο.Η διαδρομή σου είναι λίγο πολύ γνωστή: Ίδρυσες Θέατρα, δημιούργησες θεατρικά σχήματα, δούλεψες στο Κονσερβατουάρ του Κεμπέκ, στον Καναδά, όπου πήρες αλλά και πρόσφερες φως, αγωνίστηκες για ν’ αποκτήσουν αληθινό νόημα και λειτουργία τα ΔΗΠΕΘΕ ως διευθυντής τους, αγωνίστηκες για το λαϊκό Θέατρο, δημιούργησες την πειραματική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, όπου παρήγαγες μοναδικό έργο και μαζί νέους ηθοποιούς, νέους σκηνοθέτες, χορογράφους, σκηνογράφους. Σκηνοθέτησες πάνω από εκατό έργα του διεθνούς κι ελληνικού ρεπερτορίου. Αλήθεια, μετά από μια τόσο περιπετειώδη όσο και καρποφόρα καλλιτεχνική πορεία, τι μένει;

ΝΙΚΟΣ: Κυνηγάμε πάντα ένα μικρούλικο φως, ένα αστεράκι, που συνεχώς μετατοπίζεται. Εκατομμύρια αστέρια, εκατομμύρια ανθρώπινα φωτάκια που καλούν σ’ εγρήγορση και πορεία μέσα στο σύμπαν της ανθρώπινης δημιουργίας. Τίποτα δεν πάει χαμένο. Εκεί που το δικό σου αστέρι σβήνει ή χάνεται ή πέφτει, κάποιος άλλος τοποθετεί το δικό του κι απ’ αυτόν γεννιέται άλλο φως και η αέναη κίνηση ταξιδεύει. Κάθε ορατή δημιουργία, περιέχει πλήθος αόρατες μικρές κινήσεις, που μπολιάζουν, δυναμώνουν, ενισχύουν τις δυνάμεις του ταξιδιού, το όραμα γίνεται δυνατό, καταπραΰνει τους ανθρώπους, γιγαντώνει και στεριώνει τον Πολιτισμό. Είναι μέγιστη ανθρώπινη ηδονή να αισθάνεσαι ότι συμμετέχεις σ’ αυτό το σύμπαν, με τις όποιες δυνάμεις σου, κι ότι η αμετάκλητη πορεία σου, κάποιον άλλον θα βοηθήσει.

Να σου μιλήσω για το ανικανοποίητο; Γι’ αυτό που δεν τελειώνει ποτέ; Κοινός τόπος. Χωρίς την αγωνία της πληρότητας, χωρίς την εγρήγορση για την λεπτομέρεια, χωρίς το πάθος για τον πολιτισμό και τη λαχτάρα ν’ αγκαλιάσεις όλους τους ανθρώπους, τέτοιο ταξίδι δεν πραγματοποιείται. Αυτό που μένει, λοιπόν, είναι το ταξίδι.


ΦΑΙΔΩΝ: Σε βοήθησε κανείς στη πλούσια θεατρική σου πορεία, ή ισχύει και για σένα το «Μια φορά ήταν ένας μόνος του» όπως τιτλοφορεί ένα έργο του ο Γιώργος Σκούρτης;

ΝΙΚΟΣ: Ξεκίνησα ολομόναχος παρέα με το ένστικτο και την προσωπική μου αίσθηση για τα πράγματα. Το να βαδίζεις μόνος σ’ ένα ιδιόμορφο χώρο γεμάτο παγίδες, ισοδυναμεί με αυτοκτονία. Γλίτωσα πάμπολλες φορές από το στόμα του λύκου. Πάντα έλπιζα ότι η ιδιόμορφη πορεία μου θα συγκινούσε το μάτι του Θεού. Πολύ αργά το κατάλαβα ότι ο δικός μου Θεός είχε κρυφτεί, είχε αποστρέψει το πρόσωπο. Συνέχισα μόνος μου, αναζητώντας τον. Αν είχα βοηθηθεί στις καίριες στιγμές της πορείας μου, πιστεύω ότι η περιπλάνησή μου θα ήταν πιο συμπυκνωμένη και χρειαζούμενη. Δεν μπορώ όμως να αρνηθώ την κατά περίσταση συμπαράσταση κάποιων ανθρώπων, που συνάντησα σ’ αυτή τη πορεία, που μούδωσαν μια ανάσα στον ανήφορο.

ΦΑΙΔΩΝ: Παλεύοντας μόνος, έφτασες εκεί που ήθελες;

ΝΙΚΟΣ: Όχι, ονειρεύτηκα από μικρός τη δημιουργία ενός λαϊκού θεάτρου που θ’ ανακούφιζε τους απλούς ανθρώπους, τους εγκλωβισμένους, τους στερημένους. Ονειρεύτηκα την «μπαράκα» του Λόρκα, τη Σκηνή του Πισκάτορ, το πατάρι του Μπόαλ, το «Γκράν Σιρκ Ορντινέρ» του Κεμπέκ, το Λαϊκό Θέατρο του Βιλάρ. Δεν τα κατάφερα. Κρατώντας το ένα πόδι μου στο κατεστημένο, προσπαθούσα με τ’ άλλο να πατήσω στο νησί των θαυμάτων. Με πελέκησαν, με γονάτισαν, με έσπρωξαν κάτω ή αδιαφόρησαν.

ΦΑΙΔΩΝ: Ποιοι;

ΝΙΚΟΣ: Έχει καμιά σημασία Φαίδων; Όταν δεν μπορείς ο ίδιος να σταθείς ντούρος εκεί που θέλεις, μην ψάχνεις τους καλοθελητές που είναι πάντα έτοιμοι να σε σπρώξουν, για ξεχωριστούς λόγους ο καθένας.


ΦΑΙΔΩΝ: Διάβασα σε μια συνέντευξή σου ότι επειδή η χούντα είχε τότε δημιουργήσει ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την θεατρική δημιουργία, αποφάσισες να φύγεις για τον Καναδά. Μάλιστα κάποια έργα που ανέβασες τότε είχαν προκαλέσει ανοικτά την δικτατορία. Δώσε μας κάποιες πινελιές από την ατμόσφαιρα της εποχής.

ΝΙΚΟΣ: Όπως ολόκληρος ο πολιτισμός μας, έτσι και το θέατρο δεινοπαθούσε εκείνα τα χρόνια. Η λογοκρισία για τα θεατρικά έργα ήταν η δαμόκλειος σπάθη. Ο κατάλογος με απαγορευμένους θεατρικούς συγγραφείς ήταν το επικήδειο πέπλο. Ο χαφιεδισμός και ο οικονομικός αποκλεισμός ήταν η αιχμή του χουντικού δόρατος. Όσοι απ’ τους ανθρώπους του θεάτρου δεν συμβιβάστηκαν, σιώπησαν ή έφυγαν ή προσπαθούσαν να δημιουργήσουν μικρές στεγανές περιστασιακές οάσεις. Ανήκα στους τελευταίους: θέατρο Νέας Ιωνίας, θέατρο Συνόλου, Αυλαία Τέχνης, θεατρική ομάδα Κύκλος. Μέσα σε τρία χρόνια συνεχείς μεταθέσεις, συνεχές κυνηγητό, απαγορεύσεις, εκφοβισμοί. Η κόπωση και ο φόβος με οδηγήσανε στο εξωτερικό.


ΦΑΙΔΩΝ: Διαβάζοντας τον τύπο του Καναδά, διαπίστωσα ότι ενθουσίασες το γαλλόφωνο κοινό του Κεμπέκ με τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη που σκηνοθέτησες εκεί και όχι μόνο. Μπορείς να μου περιγράψεις τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάσθηκες στον Καναδά;

ΝΙΚΟΣ: Την εποχή που πήγα στον γαλλόφωνο Καναδά, στο Κεμπέκ, είχαν δρομολογηθεί διαδικασίες ανοίγματος και επικοινωνίας με τους πολιτισμούς άλλων χωρών. Μέχρι τότε η γαλλόφωνη διανόηση κρατούσε κλειστά τα σύνορά της. Για πολλά χρόνια ένιωθαν υποτελείς στους αγγλοκαναδούς και στους αμερικάνους. Η πίεση ήταν ασφυκτική. Προσπαθούσαν να αποτρέψουν τη λεηλασία της γλώσσας τους και να προστατέψουν τα ιδιόμορφα – και διαφορετικά – πολιτιστικά τους στοιχεία. Την εποχή, λοιπόν, που βρέθηκα εκεί (1971) οι κατάκλειστες πόρτες είχαν αρχίσει να αφήνουν χαραμάδες επικοινωνίας. Παρ’ όλη την επιφυλακτικότητα και τις εθνικιστικές τους ευαισθησίες, η κατάσταση εκεί, μετά τη χουντική μας εμπειρία, μου φαινόταν παραδεισένια. Σου ανοίγανε την πόρτα με καλή πρόθεση κι έπρεπε ν’ αποδείξεις τη δική σου καλή πρόθεση, διαφορετικά η πόρτα έκλεινε οριστικά. Θυμάμαι τη συνεργασία μου με τους γαλλοκαναδούς, του Κεμπεκουά, σαν όαση, σαν μια σελίδα ωριμότητας και ελευθερίας. Εκεί γνώρισα τον Γκροτόφσκι, τον Σέικιν, τον Μπέκ και την Μαλίνα. Εκεί πρωτοείδα τη δουλειά του Bread an Puppet theatre, του Open Theatre, του Performans Group. Στο Κεμπέκ γνώρισα τις διαδικασίες του Πανεπιστημιακού θεάτρου, είδα το οργανωμένο ερασιτεχνικό θέατρο των 60 θιάσων και είχα την ευκαιρία να δω πολλές φορές το Παγκόσμιο φεστιβάλ θεάτρου, που διοργανώνεται κάθε δυο χρόνια. Ήταν για μένα μια μεγάλη ανάσα, κολυμπήθρα του Σιλωάμ.


ΦΑΙΔΩΝ: Δεν αρκέστηκες όμως στα υψηλά καθήκοντα ενός σκηνοθέτη του Κορσεβατουάρ. Οργάνωσες και Θεατρικά σχήματα με τους ομογενείς και τους Έλληνες φοιτητές του Καναδά, κάνοντας πράξη την ακριβή εμμονή σου για λαϊκό Θέατρο. Πώς λειτουργούσαν λοιπόν οι ομογενείς ως θεατρικοί συντελεστές, αλλά και ως κοινό του Θεατρικού αποτελέσματος;

ΝΙΚΟΣ: Μια ομάδα ελλήνων φοιτητών στο Μόντρεαλ, αποφάσισε να κάνει μια παράσταση – διαμαρτυρία ενάντια στη χούντα της Ελλάδας. Μάθανε ότι ένας έλληνας σκηνοθέτης ήταν στο Κεμπέκ κι ήρθανε και με βρήκαν. Κατέβηκα στο Μόντρεαλ να τους βοηθήσω. Υπήρχε πολύ κέφι, εργατικότητα κι ενθουσιασμός. Με ξεσηκώσανε και δούλεψα πολύ μαζί τους – κυρίως μεθοδικά. Μέσα σε τρία χρόνια, πηγαινοερχόμενος από το Κεμπέκ στο Μόντρεαλ, τους βοήθησα να δημιουργήσουν τρία θέατρα: το Λαϊκό θέατρο της Πάρκ Άβενιου, το Θέατρο των Μεταναστών και το Ελληνικό Φοιτητικό Θέατρο. Έγινε δουλειά υποδομής και μπήκαν στόχοι πολιτιστικοί, που στόχευαν μακρύτερα από τις παραστάσεις διαμαρτυρίας και ψυχαγωγίας. Ο ενθουσιασμός και η δουλειά των νέων εκείνων παιδιών (χημικοί, μηχανολόγοι, κοινωνιολόγοι, βιολόγοι κ.λ.π.) άλλαξε αμέσως την εικόνα της πολιτιστικής ζωής των ελλήνων μεταναστών. Και μένα με βοήθησε να πλησιάσω ακόμα περισσότερο το όνειρό μου για τη δημιουργία λαϊκού θεάτρου.


ΦΑΙΔΩΝ: Ως διευθυντής των ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων και Πάτρας είδες πράγματα και θάματα. Θα ήθελα να περιγράψεις κάποια ενδεικτικά γεγονότα της διοικητικής αφασίας αυτών των θεάτρων και να μάθουμε από σένα αν τα ΔΗΠΕΘΕ έχουν καμιά ελπίδα να επιβιώσουν ως κυψέλες θεατρικής δημιουργίας.

ΝΙΚΟΣ: Ο θεσμός του Δημοτικού Θεάτρου ήταν για χρόνια στην περιοχή του θολού και του άπιαστου ονείρου. Το έκανε πραγματικότητα άνθρωπος του θεάτρου, η Μερκούρη. Μέσα σε μηδέν χρόνο στήθηκαν από το υπουργείο Πολιτισμού δέκα πολιτιστικές μονάδες στο διψασμένο επαρχιακό χώρο. Δυστυχώς όμως, όπως όλα τα καλά πράγματα στη χώρα μας γίνονται μισά, τσαπατσούλικα και καταλήγουν στα χέρια των άσχετων, έτσι έγινε και με τα ΔΗΠΕΘΕ. Χτίστηκαν με πρόχειρα υλικά για να γίνουν ανταλλάξιμα αγαθά στο σχεδιασμό της κυβερνητικής προπαγάνδας. Γι’ αυτό και έμειναν έρμαια των συμπτώσεων και των περιστάσεων. Αν θέλεις πραγματικά να δημιουργήσεις ένα θέατρο «Φάρο Πολιτισμού» όπως το όρισαν οι εγκέφαλοι των αρχικών σχεδίων, φροντίζεις όλες τις λεπτομέρειες, ώστε να εξασφαλίσεις ότι το κάθε δημοτικό θέατρο θα αποκτήσει τη φιλοσοφία του και την ιδιαιτερότητά του, με την οποία θα χτίσει μεθοδικά μια υποδομή που θα δουλεύει για τις πραγματικές πολιτιστικές – πνευματικές ανάγκες του λαού μας, με υλικά δικά μας, όχι ξενόφερτα, και να παράγει αληθινή πνευματική – καλλιτεχνική τροφή που δυναμώνει τη συνείδηση του πολίτη, τον κρατά σε εγρήγορση και του δίνει ανάσα και ελπίδα. Για να στήσεις «φάρο πολιτισμού» στον στερημένο επαρχιακό χώρο, πρέπει πρώτα να κοιτάξεις τη διάβρωση που έχει υποστεί αυτός ο χώρος, την αποξένωση, τη διάλυση των προσωπικών σχέσεων, τον εγκλωβισμό των ατόμων, την ιδεολογία της κατανάλωσης. Για να το κάνεις αυτό, πρέπει να πιστεύεις ότι η παιδεία και η τέχνη μπορούν να δημιουργήσουν Ανθρώπους, μπορούν να συγκροτήσουν κοινωνία πολιτών. Όταν πιστεύεις στη δύναμη μια τέτοιας Τέχνης δεν εμπιστεύεσαι την υποδομή της και τη πορεία της στα χέρια καλοπροαίρετων δημοτών (και όχι πάντα), αλλά εντελώς άσχετων με την παιδεία και την Τέχνη. Όταν σκέφτεσαι σοβαρά έναν τέτοιο θεσμό, βγάζεις νόμο που υποχρεώνει όλα τα υπουργεία, τους Δήμους, τις Νομαρχίες, τις Περιφέρειες, να υποβάλλουν φόρο τιμής στην πραγματική πνευματική καλλιέργεια της στερημένης επαρχίας, στη μεθοδευμένη και έντιμη ψυχαγωγία του λαού μας. Καλείς στα πόστα τους εγκυρότερους καλλιτέχνες, υψηλού πνευματικού και καλλιτεχνικού ήθους και τους δανείζεις τα καλύτερα εργαλεία που έχεις, ζητάς αυτούς που τον θεσμό θα τον κάνουν έργο ζωής. Τα είπα και τα έγραψα αυτά πολλές φορές – αλλά στου κουφού τη πόρτα.


ΦΑΙΔΩΝ: Δεν γίνεται τίποτα απ’ αυτά, που να πιστοποιεί τουλάχιστον την πρόθεση;

ΝΙΚΟΣ: Τίποτα απολύτως. Ανακυκλώνεται συνεχώς η γάγγραινα που κρατά σε συνεχή ομηρία τα ΔΗΠΕΘΕ.

ΦΑΙΔΩΝ: Εξαιρέσεις υπάρχουν;

ΝΙΚΟΣ: Η ενθαρρυντική εικόνα που δημιούργησαν κατά καιρούς κάποια δημοτικά θέατρα, είναι περιστασιακή και ανάλογη των συμπτώσεων που βοήθησαν να γίνει μια καλή παράσταση ή μια καλή οργάνωση.

ΦΑΙΔΩΝ: Γιατί δεν αλλάζει ο νόμος;

ΝΙΚΟΣ: Γιατί φαίνεται ότι είναι στα μέτρα τους. Αυτά καταλαβαίνουν, αυτά κάνουν.

ΦΑΙΔΩΝ: Και οι αρνητικές λεπτομέρειες που συνάντησες στη θητεία σου στα ΔΗΠΕΘΕ;

ΝΙΚΟΣ: Τραγελαφικές. Αν τις εκθέσω θα καλύψουν τεράστιο χώρο.


ΦΑΙΔΩΝ: Ποια είναι τελικά η σχέση του κράτους με το θέατρο σήμερα, αλλά και του θεάτρου με το κράτος;

ΝΙΚΟΣ: Λογιστική σχέση. Το κράτος νιώθει υποχρεωμένο να ανταποκριθεί στο αίτημα της επιχορήγησης του θεάτρου. Διεκπεραιώνει αυτό το αίτημα με δυσφορία, επιχορηγώντας όχι ιδέες και στόχους, αλλά οργανισμούς. Ενδιαφέρεται για τη βιτρίνα. Το θέατρο έμαθε να συναλλάσσεται και αναλόγως κινείται μέσα σ’ αυτή τη λογιστική ταχτική.

ΦΑΙΔΩΝ: Πού οδηγεί αυτό;

ΝΙΚΟΣ: Πουθενά. Ευκολύνεται το αστικό και το μεγαλοαστικό κοινό να ψυχαγωγείται σταθερά στις κοσμικές του συγκεντρώσεις. Ευκολύνονται οι ειδήμονες να αντιλαμβάνονται το θεατρικό μας χώρο ως στέκι τους και καταπραΰνουν την οκνηρία τους και το βόλεμά τους. Όλοι είναι ταχτοποιημένοι και ακίνητοι. Για πολλά χρόνια.

ΦΑΙΔΩΝ: Υπάρχει κοινός παρονομαστής που επηρεάζει όλα τα επίπεδα;

ΝΙΚΟΣ: Η ισχύς. Ισχύς οικονομική, ισχύς κλίκας, ισχύς δημοσίων σχέσεων. Ο ισχυρότερος επιβάλλεται και εντάσσεται στις διαδικασίες – όποιος κι αν είναι.

ΦΑΙΔΩΝ: Θα την κρίναμε τραγική την κατάσταση;

ΝΙΚΟΣ: Κάθε άλλο, η καλλιτεχνική μας ζωή παρακολουθεί και παράγεται μέσα από την κοινωνική και πολιτική ζωή. Δεν τολμά να σταθεί απέναντι. Η τραγικότητα προϋποθέτει σύγκρουση.

ΦΑΙΔΩΝ: Κι ο λαός;

ΝΙΚΟΣ: Παρατημένος στην τύχη του, έξω από κάθε σοβαρή πολιτιστική διαδικασία. Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για τραγωδία. Σε μια εποχή που τα πάντα παίζονται, η συνοχή μας, η γλώσσα μας, οι παραδόσεις μας, η ηθική μας – έτοιμες να διακυβευθούν στο πρώτο φύσημα, στο πρώτο στραβοπάτημα. Οι συνηχίες της ευρωπαϊκής ορχήστρας κυκλοφορούν ήδη ανάμεσά μας. Αν δεν ζητήσουν θύματα έχει καλώς, αν όμως ζητήσουν; Ποιος θ’ αντισταθεί; Τα Μέγαρα; Οι πολιτιστικές πρωτεύουσες; Οι ολυμπιακοί αγώνες; Το ποδόσφαιρο; Το Γερμανικό και το Αγγλικό θέατρο; Το φεστιβάλ του ΕΟΤ;


ΦΑΙΔΩΝ: Ποιος ευθύνεται, το θέατρο ή το κράτος;

ΝΙΚΟΣ: Ευθύνεται το αδιαμφισβήτητο ταλέντο μας να προσαρμοζόμαστε στους ισχυρούς, να καταβροχθίζουμε την αξία, να αναδεικνύουμε τη μετριότητα, να καιροσκοπούμε, να αναζητούμε την κλίκα, να ξεπουλάμε την αλήθεια του πνευματικού μας πλούτου, να επιπλέουμε στην αφασία.


ΦΑΙΔΩΝ: Είσαι και θεατρικός συγγραφέας, εκτός από σκηνοθέτης και μάλιστα με κρατικό βραβείο. Μια απορία έχω που τη βρίσκω συνεχώς μπροστά μου: όταν γράφεις, ο συγγραφέας λειτουργεί ξεχωριστά από τον σκηνοθέτη ή η συγγραφική και σκηνοθετική λειτουργία χωνεύονται σε μια;

ΝΙΚΟΣ: Είναι δυο διαφορετικές διεργασίες, σχεδόν ισόβαθμες σε δημιουργικότητα, φαντασία και σκηνική ευρηματικότητα. Θα έλεγα ότι η μια περιέχει την άλλη ως ένα σημείο.

ΦΑΙΔΩΝ: Δηλαδή;

ΝΙΚΟΣ: Ο σκηνοθέτης «γράφει», υποδηλώνει, ανιχνεύει χαρακτήρες, δημιουργεί πρόσωπα, εικόνες, ρυθμούς, εντάσεις, ατμόσφαιρα. Ο συγγραφέας «σκηνοθετεί», καθορίζει, συμπυκνώνει, υπονοεί, περιγράφει, προκαλεί ερεθίσματα, προτείνει λύσεις, δείχνει κατευθύνσεις. Μια συνεχής αλληλοκάλυψη, μια σχέση ερωτική, που δοκιμάζεται σε όλα τα επίπεδα.

Και οι δυο πλευρές θέλουν να γευτούν το ίδιο πράγμα: την έντονη, τη θερμή, την άνευ όρων συμμετοχή ενός τρίτου συμπαίχτη, του θεατή.

ΦΑΙΔΩΝ: Και όταν οι δυο συνυπάρχουν;

ΝΙΚΟΣ: Δεν συμβαίνει συχνά, μια τέτοια συνύπαρξη στο ίδιο άτομο, μπορεί να γίνει προβληματική, μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο θετικά, αλλά και αρνητικά, μπορεί η μια διεργασία να γονατίσει μπροστά στην άλλη. Στα κρίσιμα σημεία της αμοιβαίας συνεργασίας, δεν θα γίνεται φανερό ποιος έχει δίκιο, ο συγγραφέας ή ο σκηνοθέτης. Κι αυτό δυσχεραίνει τη λειτουργία της προετοιμασίας και της παράστασης.

ΦΑΙΔΩΝ: Αντιμετώπισες τέτοιο δίλημμα στα δικά σου έργα που σκηνοθέτησες;

ΝΙΚΟΣ: Ασφαλώς. Στα δυο πρώτα μου έργα (Μπόμπα και Φελάχα Γιουλαλάμ) ο σκηνοθέτης κρατούσε τον συγγραφέα από το σβέρκο. Στο τρίτο έργο (Η μοναξιά των σκουληκιών) ο σκηνοθέτης πνιγόταν από τον συγγραφέα. Ευτυχώς και στα τρία υπήρχαν δημιουργικοί ηθοποιοί που βοηθούσαν αποτελεσματικά την εξέλιξη των προβών.

ΦΑΙΔΩΝ: Γιατί λοιπόν γράφεις αφού σκηνοθετείς;

ΝΙΚΟΣ: Κατ’ αρχήν δεν γράφω, δεν ανταποκρίνομαι με συνέπεια στους κανόνες της συγγραφικής δουλειάς. Έγραψα κατά περίσταση, τη στιγμή που πίστεψα ότι δεν εύρισκα στα κείμενα των άλλων το θέμα που ήθελα. Ήταν περισσότερο μια ενστιχτώδικη παρόρμηση, που στηρίχτηκε στη συνεργασία των ηθοποιών.

ΦΑΙΔΩΝ: Υπάρχουν άλλοι σκηνοθέτες στην Ελλάδα που έγραψαν θέατρο;

ΝΙΚΟΣ: Ο Αλέξης Σολομός, ο Σεβαστίκογλου, ο Μιχαηλίδης.


ΦΑΙΔΩΝ: Είσαι όμως και ηθοποιός – κι απ’ ότι έχω πληροφορηθεί, εξαιρετικός. Ερμήνευσες δύσκολους ρόλους, Μπόρκμαν και Κρόγκσταντ του Ίψεν, Χάμ του Μπέκετ, Τσέχωφ, Πιραντέλλο. Πώς γίνεται αυτό; Έχω την άποψη ότι και η τέχνη του ηθοποιού και η τέχνη του σκηνοθέτη τα θέλει όλα. Συνεπώς ένας απ’ τους δυο πρέπει να παραμερίσει. Είναι έτσι;

ΝΙΚΟΣ: Συνήθως όταν ταυτίζονται στην ίδια παράσταση, η δουλειά τους δεν είναι ισόβαθμη και πολλές φορές η μια ιδιότητα υστερεί. Εξαρτάται από την πείρα, το ταλέντο και την προσωπικότητα. Έχουμε ελάχιστα παραδείγματα σπουδαίων ηθοποιών που ήταν και σπουδαίοι σκηνοθέτες. Οι σκηνοθέτες ή προέρχονται από την κοινότητα των ηθοποιών και είναι συνήθως εμπειρικοί και δάσκαλοι ή είναι τεχνοκράτες που ξεχωρίζουν για την σκηνική τους ευφυΐα και τη διορατικότητά τους. Ανήκω στους πρώτους. Ο πυρήνας – ηθοποιός εγκλωβίστηκε, παραχωρώντας χώρο και συνεχή τροφή στον σκηνοθέτη, που τον αντικατέστησε. Μιλάμε μάλλον για στρέβλωση.

ΦΑΙΔΩΝ: Στρέβλωση;

ΝΙΚΟΣ: Δυστυχώς. Παλιότερα αναρωτιόμουν, τώρα είμαι σίγουρος.

ΦΑΙΔΩΝ: Μα δεν είναι σοβαρή διαπίστωση αυτό, με συνέπειες;

ΝΙΚΟΣ: Ασφαλώς. Είναι όμως καθαρά προσωπικό μου θέμα που δεν αφορά κανέναν άλλο! (Γέλια)


ΦΑΙΔΩΝ: Οι αναγνώστες που μας ακούν (που μας διαβάζουν ήθελα να πω) ίσως έχουν την περιέργεια να μάθουν από έναν σκηνοθέτη του δικού σου διαμετρήματος, ποιο ή ποια έργα αγάπησες περισσότερο και γιατί;

ΝΙΚΟΣ: Στα σαράντα χρόνια που θητεύω στο θέατρο, γνώρισα πάμπολλους και πολυποίκιλους συγγραφείς – απ’ όλον τον πλανήτη, απ’ όλες τις εποχές. Στα έργα αυτά αναζήτησα πάντα την αλήθεια, το περιεχόμενο, αυτό που κρυβόταν πίσω από τις λέξεις, τη σχέση του λόγου με τον κοινωνικό και πολιτικό ιστό, το πάθος και τον πόνο των θεατρικών προσώπων για τη ζωή, την ελευθερία και την πρόοδο του ανθρώπου, τη γενναιότητα της καταγγελίας για τη φθορά, τη λεηλασία και την εξόντωση του ανθρώπινου πολιτισμού. Είμαι ευγνώμων που κατάφερα να σκηνοθετήσω μερικά απ’ αυτά.


ΦΑΙΔΩΝ: Ποια είναι σήμερα η εικόνα της θεατρικής μας ζωής;

ΝΙΚΟΣ: Ενώ η θεατρική κίνηση, η πιάτσα, πάει πολύ καλά, η θεατρική μας ζωή παραμένει άφωνη. Βάλτωσε ο λόγος, η γλώσσα ατόνησε, η εικόνα μπολιάστηκε με ξένα δάνεια, η παράδοση ξεχάστηκε, η ασυνέχεια έγινε κανόνας «μεταμοντερνιστικός»! Έχουμε μια ξιπασμένη θεατρική κίνηση, χωρίς καμιά ουσία, χωρίς περιεχόμενο, χωρίς έξαρση.

ΦΑΙΔΩΝ: Τι θα πρέπει κατά τη γνώμη σου να γίνει για να υπάρξει αντιστροφή αυτής της κατάστασης;

ΝΙΚΟΣ: Αν υποθέσουμε ότι επέρχεται, σχεδόν νομοτελειακά, η πολιτιστική μας αλλοτρίωση, τότε οι πνευματικοί άνθρωποι και οι καλλιτέχνες, έχουν χρέος να ενημερώσουν τον αλλοτριωμένο λαό. Το θέατρο έχει την ιδιότητα να συντηρεί τη Μνήμη, να διδάσκει γλώσσα, να θυμίζει και ν’ ανιχνεύει την ιστορία. Έχει την ιδιότητα να επικοινωνεί άμεσα, ενεργητικά και, κάποιες φορές, καταλυτικά. Χρειάζεται όμως τον νέο θαρραλέο συγγραφέα, νέους οραματιστές, που δεν θα καταγίνονται με οτιδήποτε ξενόφερτο τους επιβάλλουν, νέους καλλιτέχνες που θα ξεφύγουν απ’ τις απαιτήσεις της μοντέρνας επιβίωσης και θ’ απαλλαγούν από τις σύγχρονες μορφές βίας και νοθείας. Το θέατρό μας πρέπει να απαλλαγεί από την ιδεολογία της σπονσοροκρατίας και της διαχειριστικής πλουτοκρατίας. Χρειαζόμαστε νέες φωνές και αντιλήψεις, που θα γνωρίζουν καλά την παράδοσή μας, που θα εκτιμούν βαθιά τα πολιτιστικά κοιτάσματα αυτού του λαού και θα πιστεύουν ότι το θέατρο μπορεί να αναζωογονήσει τις δέσμιες αξίες του ελληνισμού. Γιατί πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, γρήγορα και με περίσκεψη, ότι άλλο πράγμα είναι η βαθιά και θεληματική συνεννόηση μ’ έναν ξένο πολιτισμό, κι άλλο η διαφθορά κι ο εξαναγκασμός μας να μαϊμουδίζουμε, ν’ αντιγράφουμε και να μιμούμαστε το καινούργιο, το άλλο.


ΦΑΙΔΩΝ: Μήπως όλα αυτά σημαίνουν επιστροφή στο παρελθόν;

ΝΙΚΟΣ: Το παρελθόν και το μέλλον δεν είναι μέρη ασύμβατα και ξένα. Όσοι το διδάσκουν και το προβάλουν αυτό, είναι ανιστόρητοι και προτρέπουν σ’ ένα μέλλον θολό, αποτέλεσμα άγνοιας και απαιδευσίας. Μ’ αυτή τη λογική εξουδετερώνεται, ως συντηρητικό αξίωμα, η ελληνικότητα, εξοστρακίζεται και παραφράζεται η γλώσσα, τροποποιείται το ήθος, αλλάζουν οι συνήθειες και γίνονται όλα παρόν, χωρίς κριτήρια, χωρίς πλαίσιο, χωρίς λογική.


ΦΑΙΔΩΝ: Υπάρχουν ευθύνες για την οποιαδήποτε δυσλειτουργία;

ΝΙΚΟΣ: Οι οργανωμένες μικρο-ομάδες «ειδικών» και οι οργανωμένοι διαχειριστικοί «σπόνσορες» φέρουν ακέραια την ευθύνη για την αναξιοκρατία, για την αναποτελεσματικότητα των πολιτιστικών λειτουργιών, για τη δυσλειτουργία και τη φθορά των θεσμών, για την παθητικότητα και τη προσαρμογή μας σας αγελαίες συμπεριφορές. Η ευθύνη αυτή απλώνεται σε επίπεδα φαυλότητας και διαφθοράς, σε ανάδειξη μετριοτήτων και εξόντωσης των ικανών που διαφωνούν, βράβευσης ασήμαντων επιτήδειων και αφανισμού των προικισμένων δημιουργών.

ΦΑΙΔΩΝ: Πού και πώς μπορεί να ξεχωρίσει ο Πολίτης τα διαυγή σημεία που θα τον παραπέμψουν σε αληθινά και ουσιώδη συμπεράσματα;

ΝΙΚΟΣ: Τίποτε δεν μπορεί να σώσει μια κοινωνία που βυθίζεται στην ακρισία, στην αφασία και στη παρακμή.


ΦΑΙΔΩΝ: Ας κλείσουμε Νίκο αυτόν τον διάλογο μ’ ένα ερώτημα, που θα μπορούσε να θέσει κι ένας απληροφόρητος άνθρωπος. Τι είναι τελικά θέατρο; Και για ποιον λόγο χρειάζεται;

ΝΙΚΟΣ: Θέατρο είναι κοινωνία – επικοινωνία ανθρώπων. Όλα όσα ονομάζουμε θέατρο είναι αυτή η ζωντανή επικοινωνία ανάμεσα σε παρόντες ηθοποιούς και παρόντες θεατές. Είναι ένα παιχνίδι, μια τελετουργία, μια ηλεκτρική φόρτιση ανάμεσα σε ανθρώπινα όντα, που ούτε η τηλεόραση, ούτε ο κινηματογράφος θα μπορέσουν ποτέ να αντικαταστήσουν. Το θέατρο είναι όργανο πνευματικής ενημέρωσης και λύτρωσης. Κάνουμε θέατρο για να επαναπροσδιορίσουμε την ευαισθησία μας πάνω στα αληθινά και ζωντανά ανθρώπινα προβλήματα. Για να μπορούμε να ελπίζουμε στη βαθιά επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Για να ελπίζουμε στην εσωτερική μας απελευθέρωση από τους καταναγκασμούς, για ν’ ανακαλύψουμε ξανά τις βαθιές ανθρώπινες αξίες. Μέσα σ’ ένα κόσμο ατόμων, κάνουμε θέατρο για να ανακαλύψουμε τη κοινότητα και τη συνεργασία. Κάνουμε θέατρο για να διατηρήσουμε τη μνήμη μας, για να μην αλλοτριωθούμε από τις μηχανές και από τη χειραγώγησή μας στο ψεύτικο, στο ανούσιο, στο ξένο. Κάνουμε θέατρο για να αποτρέψουμε την αποξένωση και τον φόβο, για να μπορούμε να ελπίζουμε στην ειρήνη και στη συναδέλφωση των ανθρώπων. Ελπίζω να καταλάβει ο απληροφόρητος άνθρωπος Φαίδων, ελπίζω να μην είπα τίποτα κακό ή περιττό.


ΦΑΙΔΩΝ: Σ’ ευχαριστώ για τα όσα ενδιαφέροντα..

ΝΙΚΟΣ: Κι εγώ σ’ ευχαριστώ.




.

18 Ιουλίου 2009

Θέατρο - Ο σκηνοθέτης Νίκος Περέλης

.

.

Γράφει ο Φαίδων Θεοφίλου

Οραματιστής του Λαϊκού Θεάτρου ως μέσου καλλιέργειας, γνώσης, εξύψωσης και απελευθέρωσης του λαού, από τις χειραγωγούσες σειρήνες του πλούτου, του τυφλού κομματισμού και του κοινωνικού κατεστημένου.

Ο Περέλης είναι ένας σκηνοθέτης με ανήσυχο και δημιουργικό πνεύμα που ποτέ δεν βολεύτηκε. Αληθινός ιδεολόγος της Θεατρικής τέχνης. Τον χαρακτήρισα σε ένα αφιέρωμα που έκανα για το θέατρο και τον ίδιον, στο περιοδικό Αιολίδα που διηύθυνα τότε, (καλοκαίρι του 2004) ως Λαϊκό πρίγκιπα του Νεοελληνικού Θεάτρου. Λαϊκός,
για τους αγώνες του να δημιουργήσει ένα θέατρο λαϊκό. Ένα θέατρο παιδείας και αφύπνισης του λαού, που θα τον έκανε να συνειδητοποιήσει τα κοινωνικά του δεσμά και να αγνοήσει τις φωνές των όποιων φορέων εξουσίας προσπαθούν να τον πείσουν να κάτσει καλά γιατί υπάρχουν και χειρότερα…

Και πρίγκιπας για τη φυσική του ευγένεια, για το ήθος του, την ψυχική καλλιέργεια και τον πνευματικό οπλισμό, το αστραφτερό ταλέντο, την ικανότητα να ανακαλύπτει και να αναδεικνύει ταλέντα, σ’ όλα τα πεδία της θεατρικής δραστηριότητας.

Ένας θεατράνθρωπος που στόχευε πάντα στην ουσία της τέχνης μακριά από την παθογένεια του ανταγωνισμού και της εντυπωσιοθηρίας.

Ουδέποτε ενέδωσε στα κελεύσματα «της πιάτσας» των δημοσίων σχέσεων, στις γνωριμίες με ισχυρά κέντρα εξουσίας, στους διαγκωνισμούς για τις πρωτιές και σε ό,τι φθείρει τον καλλιτεχνικό δημιουργό και τον μετατρέπει σε καπάτσο επωφελησία της στιγμής. Συχνά συγκρούστηκε με το κατεστημένο, ανοιχτά και θαρραλέα.

Για τον Περέλη θέατρο είναι, Πράξη Επικοινωνίας, Αντίλογος, που δημιουργεί συνείδηση και ανάφλεξη, όπως έλεγε και ο θεατρικός συγγραφέας Τζών Άρντεν.




Πριν από την πρόβα
Ο Περέλης στο Εθνικό

Η ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΠΕΡΕΛΗ


-Δραματική Σχολή Εθνικού Θεάτρου (1960-1963)

-Πανεπιστήμιο LAVAL -QUEBEC CANADA (Θεατρολογία-σκηνοθεσία 1970-1974
-Με υποτροφία του Conseil des Arts του Καναδά , στην Ελλάδα για μελέτη και συλλογή στοιχείων για την ιστορία της σκηνοθεσίας στο Αρχαίο Δράμα (1975)

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΡΑΞΗ


-Στο Theatre du Trident (Quebec) 1972
-Στο Performance Group (New York) 1972

-Στο Bread and Puppet Theatre (Vermont) 1973

-Στο Grand Cirque Ordinaire (Montreal) 1973
Καθώς και στη Γαλλία, Ρωσία και Ρουμανία


ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ


Το Theatre Populaire στο Μόντρεαλ 1973

Το «Θέατρο της 3ης Σεπτεμβρίου» στην Αθήνα 1983-1988

Την «Άλλη Σκηνή» στην Αθήνα 2002


ΔΙΔΑΞΕ


-Στο Conservatoire του Quebec (Αρχαίο Δράμα)
-Στο πανεπιστήμιο Laval του Quebec (Πειραματικό Θέατρο)

-Στη Σχολή Πέλου Κατσέλη (Αυτοσχεδιασμό και νεοελληνικό Θέατρο)

-Στη Σχολή του Κ.Θ.Β.Ε. (Σύγχρονο Θέατρο)

-Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου(Νεοελληνικό-Αρχαίο Δράμα-Ίψεν)

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ


Ιδρυτικό στέλεχος της θεατρικής ομάδας «Κύκλος» 1969

Ιδρυτικό στέλεχος του θεάτρου Ν. Ιωνίας 1965

Στο θέατρο Τέχνης 1965

Στο Κ.Θ.Β.Ε. 1978-1980

Στο Εθνικό Θέατρο 1982-2001

Στους ΔΕΣΜΟΥΣ (Παπαθανασίου) 1982

Στο Θέατρο Καισαριανής 1982

Στο Άρμα Θέσπιδος 1979

Στα ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας – Ιωαννίνων 1983-1990

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΕΣ


Σκηνοθέτησε πάνω από 100 θεατρικά έργα του ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου των (ενδεικτικά) θεατρικών συγγραφέων: Τσέχωφ, Μρόζεκ, Σίγκαλ, Μπρεχτ, Ευριπίδη, Μολιέρο, Σκούρτη, Κεχαΐδη, Ντάριο Φ,ο, Άρντεν, Σολομό, Μουρ, Καμπανέλλη, Βάις, Γκόγκολ, Κορρέ, Στρίμπεργκ, Ίψεν, Περγιάλη, Γκόριν, Κρετς, Γουέσκερ, Σαίξπηρ, Αριστοφάνη, Τουργκιένιεφ, Αναγνωστάκη, Σοφοκλή, Πιραντέλο Παλαμά, Περέλλη κ.ά.


Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ


Ο Νίκος Περέλλης έγραψε τα θεατρικά έργα:


ΘΕΑΤΡΟ Τόμος Α (Μπόμπα- Η μοναξιά των σκουληκιών) Εκδ.Δωδώνη 1998

ΘΕΑΤΡΟ Τόμος Β (Συμβόλαιο τιμής – Μπλακ άουτ ή οι Τελευταίοι) Δωδώνη 2000

ΥΠΟΓΕΙΟΣ ΧΩΡΟΣ ( Η Πειραματική Σκηνή στο Εθνικό Θέατρο) 1996 – 2001

ΑΝΑ-ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ (1963 – 2003)

Υπό Έκδοση: «Η Κόλαση δεν ήταν μόνο δική μου» 2 τόμοι


Ο ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ

Μετέφρασε τα ακόλουθα έργα:


ΚΑΛΝΤΕΡΟΝ : Ο Αλκάδης της Θαλαμέας

ΝΤΑΡΙΟ ΦΟ: Η ταφή του αφεντικού

ΙΨΕΝ: Νόρα

ΣΤΡΙΜΠΕΡΓΚ: Δανειστές

ΓΚΟΛΝΤΟΝΙ: Ο Ψεύτης

ΙΨΕΝ: Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν

ΙΨΕΝ: Ο εχθρός του λαού

ΣΤΡΙΜΠΕΡΓΚ: Ο Παρίας

ΕΥΡΙΠΙΔΗ: Ηλέκτρα

ΕΥΡΙΠΙΔΗ: Ορέστης

ΠΙΡΑΝΤΕΛΟ: Η Μέγγενη
ΣΤΡΙΜΠΕΡΓΚ: Ο Παρίας – Το πρώτο προμήνυμα – Μπροστά στο θάνατο – Μητρική στοργή
ΕΥΡΙΠΙΔΗ: Ιφιγένεια στην Αυλίδα – Εκάβη – Τρωάδες


ΩΣ ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΕΠΑΙΞΕ:


-«Ο Άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα» του-Λ.Πιραντέλο (Αυλαία Τέχνης)

-«Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού» του Α.Τσέχωφ (Αυλαία Τέχνης)
-«Όρνιθες» Αριστοφάνη» (Θέατρο Τέχνης)
-«Κάθε άνθρωπος» Χόφμανσταλ – Διάβολος. (Θέατρο Αθηνών)

-«Νυφιάτικο τραγούδι» του Ν. Περγιάλη – Γέρο Μπαλής (Θέατρο Όρβο)

-«Νόρα» του Ίψεν – Μπόρκμαν (Θέατρο 3ης Σεπτεμβρίου & Εθνικό )
-«4 Εποχές» του Γουέσκερ – Αδάμ (Θέατρο 3ης Σεπτεμβρίου)
-«Το τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ – Χαμ (Θέατρο πολιτεία)

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ


-Στο Δημοτικό Θέατρο Πάτρας (1985)

-Στο Δημοτικό Θέατρο Ιωαννίνων (1988-1990)
-Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (1996-2001)

ΜΕΛΟΣ ΣΕ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ


-Εταιρία Ελλήνων Σκηνοθετών

-Εταιρία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων

-Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου




* Στην επόμενη ανάρτηση, θ’ ακολουθήσει διάλογος του σκηνοθέτη Νίκου Περέλη και του Φαίδωνα Θεοφίλου, με σκέψεις και απόψεις για το Νεοελληνικό Θέατρο.

27 Ιουνίου 2009

Ο Αριστομένης Τσολάκης μιλά για τη ζωγραφική με τον Φαίδωνα Θεοφίλου

.



.
ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Συζητούν

Ο ζωγράφος Αριστομένης Τσολάκης

και ο Φαίδων Θεοφίλου



Φ.Θ. Είσαι ένας επαγγελματίας ζωγράφος πρώτης γραμμής, ένας από κείνους
πού μας κάνουν με το έργο τους να λέμε: Η Ελλάδα έχει σπουδαίους
ζωγράφους. Ωστόσο θα ξεκινήσω τη συζήτησή μας, μ’ ένα φαινομενικά
απλοϊκό ερώτημα: Γιατί ζωγραφίζεις;

Α.Τ. Κατ’ αρχάς Φαίδωνα να σ’ευχαριστήσω για την τιμή που μου κάνεις να με

φιλοξενήσεις στο ιστολόγιό σου και αμέσως να πω , πως δεν γνωρίζω αν ανήκω

στους σπουδαίους Έλληνες ζωγράφους, γνωρίζω όμως ότι η ζωγραφική μου

είναι σπουδαία δραστηριότητα για μένα και φυσικός αγωγός των μύχιων

σκέψεων, αισθημάτων και των φιλοσοφικών μου προβληματισμών. Θα σου πω

δυο λόγια ακόμη, για να περιλάβω και την ουσία της ερώτησης που μου έκανες.

Ζωγραφίζω για να δηλώσω σ’ εμένα ότι ο χρόνος είναι μια προσωπική θεώρηση

και ότι ο χώρος είναι η επιλογή του καθενός. Τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα

στη ζωγραφική πράξη είναι οι θύμησες που με γοητεύουν και μου παρέχουν

άσυλο, δηλαδή είναι οι σύμμαχοι και οι θεραπευτές των ασθενειών αλλά και της

υγείας, που κατοικούν στη ψυχή μου, στο σώμα μου, στα όνειρά μου.


Φ.Θ. Θα ήθελα Αριστομένη να παρουσιάσεις για τους φίλους του ιστολογίου το είδος της ζωγραφικής που κάνεις και τους στόχους της.

Α.Τ. Εδώ χρειάζομαι ώρες, μέρες, βδομάδες για ν’ απαντήσω σ’ αυτό που με ρωτάς.

Θα κάνω ωστόσο μια άσκηση προς την κατεύθυνση της οικονομίας ή ας την

ονομάσουμε ουσία. Βλέπεις η ενασχόληση με το «περιττό», με παγιδεύει στην

αυταρέσκεια, και ο χρόνος δεν είναι χρήμα, είναι κτήμα! Αυτό που γενικά

παρουσιάζω στα χαρτοπανιά μου, είναι η μεταβολή. Η φράση του Ηράκλειτου

«τα πάντα ρει», έχει ποτίσει τις ζωγραφικές μου πράξεις. Τα κινήματα που με

εξέθρεψαν, έχουν αφήσει τα σημάδια τους σ’ αυτό που κάνω, και, σεβόμενος

τη δύναμή τους τα τιμώ. Κυρίως ο σουρεαλισμός υποβοηθά με την ποιητική

του έκταση και την απεριόριστη αναβαπτιστική του ιδιότητα.. Η ζωγραφική μου

λοιπόν, αυτοπροσδιορίζεται και υφαίνεται από τη συνειδησιακή μου σχέση, με

τον κόσμο και τις παραμέτρους του: Ο άνθρωπος, ο Θεός, το σύμπαν, η

οικολογική συναίσθηση, η Αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο, το παρόν. Αν γίνεται

να προσδιοριστεί η ζωγραφική μου έτσι, τότε αυτό είναι. Όσο για τους στόχους

της δεν εξειδικεύονται δεδομένου ότι, σαν τέτοια που είναι, έχει πολυσχιδείς

κατευθύνσεις και κυρίως την προσωπική μου αγωγή και διεύρυνση, αν αυτό

είναι μέσο, αίτιο, κριτήριο και για όλους, πέραν της αισθητικής απόλαυσης,

τότε καλώς κάνει, και νιώθω βαθιά ευχαρίστηση όταν συμβαίνει.


Φ.Θ. Σήμερα που η φωτογραφία έχει εξελιχθεί τόσο πολύ τεχνολογικά και
κέρδισε μια θέση στο χώρο της εικαστικής τέχνης, έχει πια νόημα να
ζωγραφίζει κανείς ρεαλιστικά;

Α.Τ. Εδώ πρέπει κυρίως να επανεξετάσουμε τον όρο «ρεαλιστικά». Άκουσε

Φαίδωνα. Είναι αφελές και υποκριτικό να αποδεχόμαστε τον κάθε ειδικό και

κυρίως την αρρωστημένη κατατακτήρια πρόταση του κάθε ειδικού που

δικαιολογεί την κοσμοθεωρία του ως όριο, νόμο, θέσφατο – είτε πρόκειται

για τέχνη, είτε για πολιτική ή ακόμη για φιλοσοφία. Κάποιοι θέτουν όρια στην

αντίληψή μας με τα κάθε λογής αισθητικά παραγγέλματα, που εκπορεύονται

από «δυναμικά» κέντρα πολιτισμικής εξουσίας, εξυπηρετώντας αυτό που

εκείνοι θεωρούν σκόπιμο, σωστό, αναγκαίο ή και καλλιτεχνικά ιδανικό.

Αυτή η στάση όμως, χειραγωγεί το ελεύθερο πνεύμα και την ιδιαιτερότητα που

συνιστά η ύπαρξή του. Άλλωστε αυτό (το ελεύθερο πνεύμα) στεριώνει τον

πολιτισμό. Ποτέ μια αληθινή έκφραση ή νοοτροπία δεν μειώνει, δεν βλάπτει δεν

αντιπαρέρχεται και δεν αντικαθιστά μια άλλη ιδεολογικά. Τέτοια είναι η

πολιτική και η επιστήμη που στερούνται συναισθήματος και ταυτόχρονα

νοηματοδοτούν την εναλλασσόμενη επικυριαρχία τους. Ας ζωγραφίζουμε

λοιπόν όπως θέλουμε αλλά με την καρδιά και το πνεύμα μας.


Φ.Θ. Εξελίσσεται η ζωγραφική, η τέχνη γενικότερα, όπως η τεχνολογία;

Α.Τ. «Τα πάντα ρει». Να το ξαναπούμε: Τίποτα δεν παραμένει ίδιο. Εφόσον αλλάζει

ο άνθρωπος, αλλάζουν μαζί του και τα μέσα που πραγματεύεται, ο πόνος του,

η χαρά του. Αν τώρα η λέξη «εξέλιξη» σηματοδοτεί το καλύτερο ή το χρησιμό-

τερο, βρίσκεται εκτός πεδιάς. Ζωγραφική, ποίηση, μουσική- όσον κι αν καμιά

παίρνουν ωφελιμιστικό πρόσωπο – παραμένουν στη σφαίρα του «περιττού»,

άρα είναι «αμετάβλητες» αξίες, σαν την παρμενίδια θεώρηση του ακίνητου

και αμετάβλητου όντος, που όμως κινείται μέσα του. Βλέπεις, οι προσωκρατικοί

τα είπαν όλα, και μάλιστα οι περισσότεροι απ’ αυτούς με ποιητικό λόγο, με

τέχνη δηλαδή.


Φ.Θ. Ένας Σικελός ζωγράφος, δεν θυμάμαι δυστυχώς τα’ όνομά του, είχε πει ότι το μισό πρόσωπο του Θεού είναι η επιστήμη και το άλλο μισό η ποίηση-
ποίηση που φυσικά διαχέεται σε όλα τα είδη της τέχνης. Μπορεί λοιπόν, να
ερμηνεύσει κανείς τα έργα τέχνης επιστημονικά ή η τέχνη έχει τους δικούς
μοναδικούς κώδικες;

Α.Τ. Να λοιπόν αυτό που έλεγα πριν, περί του όντος που δεν μεταβάλλεται. Κινείται

βεβαίως, αλλά η κίνησή του δεν αναιρεί, δεν ελαττώνει, δεν απαξιώνει την

ύπαρξή του, δηλαδή την ιδέα του Θεού με τα δύο πρόσωπα. Αυτή η διττότητα,

η διαρχία, δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη προσπάθεια σύλληψης του

του ασύλληπτου, για χρηστικούς καθημερινούς λόγους που δικαιολογούν την

ανάγκη, τη δράση, την κίνηση και άρα την μεταβολή. Αν λοιπόν δεχτούμε το

συλλογισμό του Σικελού ζωγράφου, θα πρέπει να αποδώσουμε ισομερώς την

ανικανότητα και των δύο προσεγγίσεων για ερμηνεία, αφού όπως είπα και πριν

η απόγνωση που εδρεύει στην τάση του ανθρώπου να φυλακίσει το θήραμα που

λέγεται πνεύμα και που ενυπάρχει σε κάθε τι, τις καθιστά αφερέγγυες. Άλλωστε

και οι δύο καταστάσεις (επιστήμη και ποίηση) ζουν από τη μετοχή, από το βίωμα.


Φ.Θ. Από ποια πράγματα μπορείς να διδαχθείς ή να διδάσκεσαι στο διηνεκές, ως ζωγράφος;

Α.Τ. Η ίδια η ζωή είναι πεδίο γνώσης με επαγωγικό και απαγωγικό χαρακτήρα. Καθετί που συμβαίνει, με διευρύνει ή με περιορίζει. Η καθημερινή ζωή με την οικογένειά μου, αυτό που γεμίζει τη διάρκεια της μέρας, το τόσο συνηθισμένο και τόσο άγνωστο, η φιλοσοφία , η μουσική, η θύμηση, η νοσταλγία για κάτι άπιαστο,

άγνωστο και όμως με βεβαιότητα γνωστό μέσα στα πελάγη της ψυχής μου….

Για όποιον ζει και αισθάνεται περίπου όπως εγώ, όλα αυτά διδάσκουν. Σου

Μαθαίνουν το ανείπωτο, το άφατο. Γι αυτό και κάθε απόπειρα να περιγράψουμε,

Αποτυγχάνει.


Φ.Θ. Πιστεύεις ότι θα δικαιωθεί η τέχνη αν γίνει απαραίτητο καταναλωτικό
αγαθό στις κοινωνίες ή αξία της βρίσκεται μόνο στο «περιττό»;

Α.Τ. Έτσι κι αλλιώς καταναλώνουμε τα πάντα. Στα πάντα βρίσκεται και η τέχνη

και κάθε άλλη δραστηριότητα που «παράγει» έργο. Με τη μια ή την άλλη μορφή,

η διάσταση του «περιττού» που θίξαμε και πριν, είναι που προσδιορίζει το βαθμό

της δικαίωσης – ο όρος «δικαίωση» ισχύει βέβαια σχετικά μόνο και κατά

προσέγγιση. Είναι λοιπόν, μια κατάσταση (το περιττό και το καταναλωτικό) που

απαξιώνει τον εαυτό της, αφού δυο ενάντιες παράμετροι, που όσο κι αν

προσπαθούμε να τις συμβιβάσουμε, ματαιοπονούμε. Ας φανταστούμε τη νύχτα

να μην εναλλάσσεται με τη μέρα, αλλά να «παρίστανται» ταυτόχρονα. Είναι

αδύνατο. Μόνο η φιλοσοφία δέχεται κοινό τόπο και παρουσία. Το «περιττό» και

το καταναλωτικό αγαθό αλληλοσπαράσσονται. Ο πόλεμος μεταξύ τους δικαιώνει

το λόγο ύπαρξής τους. Γιατί, πώς να το κάνουμε; Η μαζική παραγωγή, η

βιομηχανία έργων τέχνης, ειδικά εικαστικού χαρακτήρα, γράφει στα παλιά της τα

παπούτσια αυτό που δεν είναι αναγκαίο, αυτό που κουβαλάει τις δαχτυλιές και τα

χνώτα εκείνου που το γέννησε. Ποιος μπορεί να μας βεβαιώσει άλλωστε πως οι

ανθρώπινες κοινωνίες θα ομονοήσουν και θα πορευτούν σε ένα και μόνο δρόμο;

Είναι και ανώφελο. Ο καθείς και τα όπλα του λοιπόν. Εκεί χωράει και το περιττό

του καθενός όταν το χρειαστεί – αν το χρειαστεί. Προτείνω να διατηρούμε την

ιδιαιτερότητά μας μετά μανίας.


Φ.Θ. Κλείνοντας, θα ήθελα να μας πεις μερικά πράγματα για τη δουλειά σου, της τελευταίας περιόδου.

Α.Τ. Εδώ και μερικά χρόνια, ζωγραφίζω τα αισθήματά μου για τη φύση, τη γυναίκα,

τη φιλοσοφία, τη μουσική, την επικοινωνία. Κορυφαία μορφή αυτής της περιόδου

είναι η Θεά Άρτεμις, η οποία συγκεντρώνει πολλά από τα χαρακτηριστικά που

ανέφερα πριν λίγο. Η ιδιότητά της ως Θεά των ορέων και των δασών, των ποταμών

και των λιμνών, της γέννας του σεληνιακού φωτός και άπειρων άλλων μορφών , με

έχει καταγοητεύσει. Η φύση της ως γυναικεία θεότητα, παγιώνει την πεποίθησή

μου για τη θηλυκή φύση του σύμπαντος από το οποίο εκπορεύονται τα πάντα. Δεν

είναι τυχαίο ότι οι ψυχικές και πνευματικές και σωματικές επιδόσεις του

ανθρώπου, έχουν όλες θηλυκό χαρακτήρα. Η συμπαντική μήτρα λοιπόν, που μας

εξέθρεψε στην αντίληψη των προγόνων, μάς έδωσε το φυσικό μέτρο, το ρυθμό

για την αρμονική συμβίωση με το περιβάλλον. Η παρέμβαση του σύγχρονου

καταναλωτή – καταστροφέα – ανθρώπου στη διαδικασία ζωής του «κόσμου»

(βλέπεις τώρα ρυπαίνουμε και το Διάστημα) απέχει καθολικά απ’ αυτό το πνεύμα.

Ζωγραφίζοντας την Άρτεμη, θέλω να υπενθυμίσω σε μένα και σ’ όσους το θέλουν,

πως η ευρυθμία της – που συνίσταται στην εσωτερική συνοχή και στην αδιάρρηκτη

επικοινωνία όλων των επί μέρους ρυθμών της ζωής- αποκαθιστά θεραπευτικά και

με αγαπητικό πνεύμα «πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» των καιρών μας, σε

αντιδιαστολή με τις απεγνωσμένες φαρμακευτικές αγωγές της WWF ή της

GREEN PEACE. Κάνοντας δε ταυτόχρονα άσκηση στην προσωπική θεώρηση,

Διαπραγματεύομαι το χρόνο και τις διάφορες εκδοχές του, όπου η παρμενίδια και

η ηρακλείτεια άποψη, κονταροχτυπιούνται ομηρικά.





Η Καλλιτεχνική πορεία του Αριστομένη Τσολάκη

Ο Α.Τ. ανήκει στην τρίτη μεταπολεμική γενιά των Ελλήνων ζωγράφων.

Γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά χρόνια στο Καρλόβασι Σάμου. Αργότερα

εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου ασχολήθηκε με τη μελέτη της φιλοσοφίας και την

ελεύθερη πνευματική άσκηση, καθώς και με την ανάλυση της Βυζαντινής κανονολογίας στην τέχνη και τη Βυζαντινή Αγιογραφία.

Στα 1997, γίνεται μέλος της Προοδευτικής Ένωσης Καλλιτεχνών και λαβαίνει μέρος στην ομαδική έκθεση που διοργανώνεται στο Πνευματικό Κέντρο Μεταξουργείου.

Ακολουθεί μια σιωπή 3 ετών όπου ο καλλιτέχνης εργάζεται πάνω στη ζωγραφική ιδέα ενός μετα-ρεαλισμού με αφορμή από τη μια, το παλαιότερο κίνημα των Ευρωπαίων σουρεαλιστών που ακολούθησε το νατουραλιστικό τρόπο απόδοσης του σουρεαλισμού, και από την άλλη τη Βυζαντινή Ζωγραφική.

Τα αποτελέσματα της παραπάνω μελέτης, παρουσιάζει στην πρώτη του ατομική έκθεση το 1980 στο Πνευματικό Κέντρο Αλίμου. Τον παρακολούθησαν με ξεχωριστό ενδιαφέρον οι εικαστικοί σχολιαστές και κριτικοί.

Το 1981 ατομική έκθεση στη Χαϊδελβέργη (Γερμανία) στη γκαλερί Melnikov. Ο κριτικός Βέρνερ Χάκερ της εφημερίδας Hedelberger Tagesblatt, με εκτενή ευνοϊκότατα κείμενα, ασχολείται με τη θεματική και την καλλιτεχνική νοοτροπία της έκθεσης.

1982. Ατομική έκθεση στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Καρλοβασίου Σάμου.

1983. Παρουσίαση του έργου του, στη γκαλερί ΚΡΕΩΝΙΔΗΣ, με εισαγωγικό σημείωμα της Βεατρίκης Σπηλιάδη.

1983, καλοκαίρι. Συμμετοχή στο «Φεστιβάλ των δύο Κόσμων» σε ομαδική Ελλήνων ζωγράφων της πόλης του Σπολέτο της Ιταλίας. (Αίθουσα Δημαρχείου Ρώμης)

1983. Συμμετοχή σε ομαδική Ελλήνων ζωγράφων στο παν/μιο Ουράνια της Βιέννης, υπό την αιγίδα των κυβερνήσεων Ελλάδας – Αυστρίας.

!984. Ατομική στο φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου του Duisburg (Γερμανία). Την έκθεση αυτή κάλυψε η Γερμανική τηλεόραση, το ραδιόφωνο και ο τύπος με ευνοϊκά και διεξοδικά σχόλια.

1985. Με αφορμή τα 5 χρόνια ενός κύκλου ζωγραφικής, ανοίγει το καλλιτεχνικό του εργαστήρι στον κόσμο, για μια συνολική θεώρηση του έργου του, μέσα από εικαστικές προκατασκευές και σχέδια. Τον παρακολούθησε με εκτενή σχόλια και φωτορεπορτάζ, ο αθηναϊκός τύπος.

1986. Ατομική έκθεση που διοργανώνει η «Βιβλιοθήκη 31». Κυκλοφορούν σε ειδική έκδοση και περιορισμένο αριθμό αντιτύπων 2 έργα του. Ολοσέλιδη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Σοσιαλιστική Αλλαγή»

1986. Προσκαλείται από την οργανωτική επιτροπή του Warwick Arts Trust στο Λονδίνο, όπου και εκπροσώπησε (ο μοναδικός Έλληνας ζωγράφος) το EUARCE της Αθήνας. Στο έργο του, αφιέρωσε μια σελίδα η λονδρέζικη εφημερίδα «The News Line».

1987. Η Ελληνική Εταιρία Παιδαγωγικών Ερευνών, διοργανώνει στις αίθουσές της στην Κηφισιά, ατομική του έκθεση.

1988. Ατομικές εκθέσεις στην γκαλερί Νταντά στην Αθήνα και στο Πνευματικό Κέντρο Γλώσσας Σκοπέλου.

Από το 1984 ως το 1989 διατέλεσε Γενικός Γραμματέας στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Τέχνης.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει παρουσιάσει το έργο του σε πολυάριθμες ομαδικές εκθέσεις και άλλες τόσες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Με το έργο του έχουν ασχοληθεί σύγχρονοι τεχνοκρίτες και ιστορικοί της τέχνης

Δίδαξε ζωγραφική στη στοιχειώδη, μέση ιδιωτική εκπαίδευση και Αγιογραφία στα προγράμματα της Ε.Ε. για τη Νομαρχία Αρκαδίας. Δίδαξε Αγιογραφία στη Σχολή ταχύρυθμης επαγγελματικής κατάρτισης (ΤΕΚ-ΕΟΜΕΧ-ΟΑΕΔ) στην Τρίπολη Αρκαδίας.

Επίσης διδάσκει ζωγραφική στο κρατικό Πρόγραμμα Λαϊκής Επιμόρφωσης (Δήμος Παλ.Φαλήρου από το 1983. Σήμερα παραδίδει μαθήματα Ζωγραφικής και Αγιογραφίας.

Είναι μέλος του Ε.Ε.Τ.Ε. Έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς απόψεις και σχόλια γύρω από τη Ζωγραφική και την Αγιογραφία στα περιοδικά «Εργαστήρι» (1984) «Πρόσωπα» 1986 και «Αλεξίσφαιρο» (1988) Επίσης κατά καιρούς, κάνει ομιλίες πάνω σε διάφορα ζητήματα αισθητικής και Τέχνης.

Από το 1993 έως το 1996 υπήρξε μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας ART STUDIO EST. Τα τελευταία χρόνια οι καλλιτεχνικές του εξερευνήσεις επεκτείνονται και σε άλλες μορφές της Τέχνης και ιδιαίτερα στη μουσική, μελετώντας ακούσματα από διάφορες μεριές της γης και μελοποιώντας ταυτόχρονα δικούς του στίχους- σε μια προσπάθεια να ανιχνεύσει τις ολιστικές ρίζες πίσω από κάθε μορφική εναλλαγή.


.
Related Posts with Thumbnails
Οι πίνακες στην κεφαλίδα του ιστολογίου είναι του ζωγράφου Γιώργου Πέρρου.